Uncategorized

Ποιο είναι το πραγματικό νόημα της φράσης «έχει ο Θεός;».

Ακούμε και χρησιμοποιούμε συχνά τη φράση «έχει ο Θεός», κυρίως, όταν πρόκειται να προσδώσουμε υπομονή και ελπίδα σε κάποιον, όταν επιθυμούμε να καλλιεργήσουμε την «εν Χριστώ» αναμονή σχετικά με την έκβαση κάποιου ζητήματος που μας ενδιαφέρει ή, άλλες φορές, επιχειρώντας να εκφράσουμε την προσωπική μας συμπόνια και λύπη σε προβλήματα δικά μας, αλλά και συνανθρώπων μας. Ποια, όμως, είναι η ακριβής και ορθή έννοια της χρήσεως αυτής της φράσης;

          Πρόκειται για μία φράση που, ως διασώζεται στην Παράδοση της Εκκλησίας μας, αυτή, δηλαδή, που διατηρείται στο πέρασμα των αιώνων προφορικά στο χριστεπώνυμο πλήρωμα, προήλθε από τα μοναστικά μας καθιδρύματα. Είναι, δηλαδή, μία μοναστική, μοναχική συμβουλή, όχι τόσο μεταξύ των μοναχών, αλλά, κυρίως, απ᾿ αυτούς προς τους λαϊκούς, Στη ροή του χρόνου η φράση αυτή επικράτησε στο πνευματικό λεξιλόγιο καί της ενοριακής ζωής καί. δη, των χριστιανών μεταξύ τους. Θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι ήταν μία παραινετική και ταυτόχρονα συμβουλευτική προτροπή από την πλευρά των μοναχών/κληρικών προς κάθε πονεμένο χριστιανό, και όχι μόνο, προκειμένου ο πιστός να μην εγκαταλείψει το θάρρος και την πίστη του, αλλά να συνεχίσει τον αγώνα του, αντιμετωπίζοντας καρτερικά και καταδεκτικά υπό το πρίσμα της Πρόνοιας του Θεού, κάθε δυσκολία και αντιξοότητα που συναντούσε.

          Πέραν, όμως, αυτής της ξεκάθαρης, πιστεύω, προτροπής περί υπομονής και καρτερικότητας, η φράση αυτή έχει βαθύτερο πνευματικό και προσευχητικό περιεχόμενο, κάτι που σήμερα, σχεδόν, έχει απωλέσει.

     Συνήθιζαν οι παλαιότεροι χριστιανοί, ρασοφόροι και μη, κάθε δυσκολία που ανέκυπτε στην καθημερινότητά τους να την μεταποιούν σε προσευχητικό θέμα, σε ζήτημα προσευχής που, πολλές φορές, είχε διάρκεια όχι μόνο ωρών και ημερών, αλλά και μηνών! Συνάμα, δε, νήστευαν, ησύχαζαν από τους εμπαθείς και αργολόγους λογισμούς και προσεύχονταν ταπεινά, υπομονετικά, αγόγγυστα! Σήμερα, πολύ φοβάμαι πως «τρέχουμε» και βιαζόμαστε να «εξηγήσουμε», σύμφωνα με την αείποτε αλάνθαστη εγωϊστική λογική μας, κάθε πρόβλημα και ιδιαιτερότητα που θα προκύψει και, ακόμη χειρότερα, μεταμορφωνόμαστε σε πνευματικοί «γέροντες» και έμπειροι – όχι, όμως, και έμπονοι – καθοδηγητές ψυχών, άκριτοι κριτές και «ανόητοι» τιμητές των πάντων!

      Είναι αλήθεια, τουλάχιστον ίσχυε παλαιότερα, αλλά και λιγότερο σήμερα, ανάμεσα σε ευσεβείς κληρικούς και φωτισμένους λαϊκούς: όταν τους ρωτούσες για κάποιο ζήτημά σου και, στην ουσία, ζητούσες να σού καταθέσουν την προσωπική τους γνώμη, απαντούσαν με αφοπλιστική ταπείνωση και απλότητα: «Δεν έχω γνώση. Θα κάνουμε προσευχή και θα δούμε όσα και πώς θα απαντήσει ο Θεός». Αυτό είναι το ουσιαστικό νόημα της φράσης «έχει ο Θεός», δηλαδή, ολοκάθαρη και ουσιαστική προτροπή να κάμνεις το θέμα σου ζήτημα προσευχής και, δη, νυχθημερόν. Αυτό σημαίνει υπομονή ορθόπρακτη, «εν Χριστώ» δηλαδή, ταπείνωση, μυστηριακή ζωή, αποδοχή της Πρόνοια του Θεού και βαθύτατη έκφραση βιωματικής, πλέον, πίστεως.

     Σήμερα, όπως τόνισα και προηγούμενα, έχω την αίσθηση ότι δεν εννοούμε όλοι το ίδιο, κάθε φορά που χρησιμοποιούμε αυτή την όμορφη φράση «έχει ο Θεός» ή, μάλλον, ομιλούμε για όλα αλλά επ᾿ουδενί προτρέπουμε για την άσκηση και καλλιέργεια της θερμής και ζώσας προσευχής.

       Ο Όσιος Νείλος ο ασκητής, ο μεγάλος αββάς της Ερήμου, σημειώνει: «Ει βούλει επαινετώς προσεύχεσθαι, άρνησαι σεαυτόν καθ᾿ ώραν, καί πάμπολλα δεινά πάσχων, υπέρ προσευχής φιλοσόφει»[1].

          Ας οπλιζόμαστε, λοιπόν, με προσευχητική υπομονή μπροστά σε κάθε δυσκολία που συναντούμε. Και ας θέσουμε σκοπό και αρχή απαράβατη στην καθημερινότητά μας, ν᾿ αγαπήσουμε την προσευχή και  να βυθιστούμε μεταμορφωτικά στον απύθμενο ωκεανό της, στην ανείπωτη αγάπη του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού. Μόνο τότε, προσδοκώ, η ως άνω φράση που αναφερόμαστε, θα έχει αληθινό και ουσιαστικά προσευχητικό περιεχόμενο. Διαφορετικά, θα παραμένει ένας ρηχός και ανούσιος κρίκος ενός ατελεύτητου και ατέρμονου, εισέτι, δε, καί βαρύγδουπου ευχολογίου!

   Παραπομπές:

[1] Οσίου Νείλου ασκητού, «Λόγος περί Προσευχής», Φιλοκαλία, τόμος Α’, εκδ Παπαδημητρίου, Αθήνα 1992, σελ. 178, ιη’.

Δ. Λυκούδης.

Από το βιβλίο ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ, τόμος Β’, που σύντομα κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις ΕΠΙΡΡΩΣΗ. Αποκτήστε τον πρώτο τόμο, ΕΔΩ!!!

Κοινωνική Δικτύωση

Comment here