Uncategorized

Τα 226 κεφάλαια περί αυτών που νομίζουν ότι δικαιώνονται από τα έργα τους (β’μέρος)

ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΚΟΣ Ο ΑΣΚΗΤΗΣ

114. Ευρυχωρία της καρδιάς είναι η ελπίδα στο Θεό. Εκείνο που την στενοχωρεί είναι η σωματική φροντίδα.

115. Μία και αμετάβλητη είναι η χάρη του Πνεύματος. Ενεργεί όμως στον καθένα όπως θέλει(Α΄ Κορ. 12, 11).

116. Όπως η βροχή που πέφτει στη γη, δίνει στα φυτά την ανάλογη με αυτά ποιότητα, γλυκιά στα γλυκά, στυφή στα πιο στυφά, έτσι και η χάρη που πέφτει στις καρδιές των πιστών χαρίζει στις αρετές τις αρμόζουσες και πρέπουσες ενέργειες.

117. Η χάρη όταν πέσει στη ψυχή, σ’ εκείνον που πεινά για τον Χριστό, γίνεται τροφή. στον διψασμένο, γλυκύτατο νερό. σ’ εκείνον που κρυώνει, ένδυμα. και στον κοπιάζοντα ανάπαυση. σ’ εκείνον που προσεύχεται γίνεται πληροφορία. και σ’ εκείνον που πενθεί γίνεται παρηγοριά.

118. Όταν λοιπόν ακούσεις τη Γραφή να λέει για το Άγιο Πνεύμα ότι «κάθισε σε καθένα από τους Αποστόλους»(Πραξ. 2, 3) ή ότι «όρμησε πάνω στον προφήτη»(Α΄ Βασιλ. 11, 6. 16, 13) ή «ενεργεί»(Α΄ Κορ. 12, 11) ή «λυπείται»(Εφ. 4, 30) ή «σβέννυται»(Α΄ Θεσ. 5, 19) ή «παροξύνεται»(Ησ. 63, 10). και πάλι να λέει ότι «άλλοι έχουν τους πρώτους καρπούς»(Ρωμ. 8, 23), ενώ άλλοι «είναι γεμάτοι από το Άγιο Πνεύμα»(Πραξ. 2, 4 κ.α.), εσύ να μη νομίσεις μερισμό ή μετατροπή ή αλλοίωση του Πνεύματος, αλλά πίστευε με τον τρόπο που προείπαμε, ότι είναι αμετάβλητο και αναλλοίωτο και παντοδύναμο. Γι’ αυτό και όταν ενεργεί, και εκείνο που είναι μένει, και στον καθένα παρέχει το πρέπον θεοπρεπώς, δηλ. όπως αρμόζει σε Θεό. Γιατί το Πνεύμα
σαν ήλιος έχει ντυθεί εντελώς πάνω στους βαπτισμένους. Ο καθένας μας πάλι στο μέτρο που έχει μισήσει τα πάθη που τον σκοτίζουν και τα έχει βγάλει από τη μέση, ανάλογα φωτίζεται. Και κατά το μέτρο που τα αγαπά, σκοτίζεται.

119. Εκείνος που μισεί τα πάθη, βγάζει από τη μέση τις αφορμές τους. Εκείνος που περικυκλώνεται από τις αφορμές, πολεμείται από τα πάθη και χωρίς να θέλει.

120. Όταν μας πολεμούν πονηροί λογισμοί, να κατηγορούμε τους εαυτούς μας και όχι την προπατορική αμαρτία.

121. Ρίζες των πονηρών λογισμών είναι οι ολοφάνερες κακίες τις οποίες με τα χέρια, με τα πόδια και με το στόμα υπερασπιζόμαστε κάθε φορά.

122. Δεν είναι δυνατό να ασχολούμαστε με οικειότητα με κάποιο πάθος κατά διάνοια, αν δεν αγαπούμε τις αιτίες του.

123. Γιατί, ποιος είναι εκείνος που ανέχεται το ντρόπιασμα, και ασχολείται διανοητικά με την κενοδοξία; Και ποιος είναι εκείνος που αγαπά την εξουθένωση, και ταράζεται όταν τον βρίσουν; Και ποιος είναι εκείνος που έχει καρδιά γεμάτη συντριβή και ταπείνωση(Ψαλμ. 50, 19), και παραδέχεται σαρκική ηδονή; Ή ποιος πιστεύει στο Χριστό, και φροντίζει για πρόσκαιρα και
φιλονικεί;

124. Εκείνος που αποδοκιμάζεται από άλλον και δεν φιλονικεί μήτε με λόγια, μήτε νοερά μ’ εκείνον που τον αποδοκιμάζει, αυτός έχει αληθινή πνευματική γνώση, και πίστη βέβαιη παρουσιάζει στον Κύριο.

125. Εξαπατούν οι άνθρωπο στο ζύγι για να αδικήσουν(Ψαλμ. 61, 10), ο Θεός όμως αποδίδει στον καθένα το δίκαιο.

126. Αν ούτε στον αδικούντα περισεύουν, ούτε ο αδικούμενος υστερείται, άρα ο άνθρωπος περνάει από τον κόσμο σαν μια εικόνα ονείρου, και συνεπώς μάταια ταράζεται(Ψαλμ. 38, 7).

127. Όταν δεις κανένα και στενοχωρείται επειδή τον πρόσβαλλαν πολύ, να ξέρεις ότι αφού γέμισε με λογισμούς κενοδοξίας, τώρα με αηδία και αποστροφή θερίζει ό,τι έσπειρε στην καρδιά του.

128. Εκείνος που απόλαυσε τις ηδονές πέρα από το μέτρο, με εκατονταπλάσιες θλίψεις και στενοχώριες θα πληρώσει την αφθονία των ηδονών.

129. Ο προϊστάμενος οφείλει να λέει στον υποτακτικό το χρέος του, όταν όμως τον παρακούει, να του προαναγγέλει την επιδρομή των κακών.

130. Εκείνος που αδικείται από κάποιον και δεν ζητεί το δίκιο του από αυτόν που τον αδικεί, δείχνει ότι πιστεύει στον Χριστόκαι εκατονταπλάσια λαμβάνει στην παρούσα ζωή και ζωή αιώνια(Μαρκ. 10, 30) κληρονομεί.

131. Μνήμη Θεού είναι πόνος της καρδιάς για χάρη του σεβασμού προς το Θεό. Ο καθένας που λησμονεί το Θεό, στρέφεται στις ηδονές του βίου και γίνεται αναίσθητος.

132. Μη λες ότι όποιος δεν έχει πάθη δεν μπορεί να θλίβεται. Γιατί αν δεν θλίβεται για τον εαυτό του, οφείλει να θλίβεται για τον πλησίον.

133. Όταν ο εχθρός κρατήσει στα χέρια του πολλούς λογαριασμούς των αμαρτημάτων που παραδόθηκαν στη λήθη, τότε αναγκάζει τον χρεοφειλέτη να κάνει τα ίδια αμαρτήματα και στην μνήμη, χρησιμοποιώντας εύλογα το νόμο της αμαρτίας(Ρωμ. 7, 23).

134. Αν θέλεις ακατάπαυστα να θυμάσαι το Θεό, μην αποκρούεις ως άδικες τις θλίψεις που σου έρχονται, αλλά υπόμενέ τις συλλογιζόμενος ότι δίκαια έρχονται. Γιατί η υπομονή, με κάθε θλίψη ξαναθέτει σε κίνηση τη μνήμη, ενώ η χαύνωση λιγοστεύει το νοερό φρόνημα της καρδιάς και με την ανάπαυση φέρνει τη λησμοσύνη του Θεού.

135. Αν θέλεις να σκεπαστούν οι αμαρτίες σου από τον Κύριο(Ψαλμ. 31, 1), μη φανερώσεις στους ανθρώπους ότι έχεις αρετές. Γιατί ό,τι κάνομε γι’ αυτές, αυτό και ο Θεός κάνει για εκείνες.

136. Αν κρύψεις την αρετή σου, μην υπερηφανεύεσαι ότι τάχα κάνεις αρετή. Γιατί αρετή δεν είναι μόνο να κρύβομε τα καλά, αλλά και το να μη σκεφτόμαστε τίποτε από όσα ο Θεός απαγορεύει.

137. Μη χαίρεσαι όταν ευεργετήσεις κανέναν, αλλά όταν χωρίς μνησικακία υποφέρεις την έχθρα για το καλό που έκανες. Γιατί όπως οι νύχτες διαδέχονται τις ημέρες, έτσι και οι κακίες διαδέχονται τις ευεργεσίες.

138. Η κενοδοξία, η φιλαργυρία και η ηδονή, δεν αφήνουν την ευεργεσία να μείνει καθαρή, αν οι κακίες αυτές δεν καταπέσουν πρώτα με το φόβο του Θεού.

139. Στις ακούσεις θλίψεις είναι κρυμμένο το έλεος του Θεού, το οποίο τραβά σε μετάνοια εκείνον που δείχνει υπομονή και τον γλυτώνει από την αιώνια κόλαση.

140. Μερικοί που εκτελούν τις εντολές, περιμένουν να ισορροπήσουν στη ζυγαριά με τις αμαρτίες τους. Άλλοι εξιλεώνουν Εκείνον που πέθανε για τις αμαρτίες μας. Ας αναζητήσομε, ποιος από τους δύο έχει ορθό το φρόνημα;

141. Ο φόβος της κολάσεως και ο έρωτας της Βασιλείας των Ουρανών παράγουν την υπομονή στις θλίψεις. Και αυτό όχι από τον εαυτό τους, αλλά από Εκείνον που γνωρίζει τις σκέψεις μας.

142. Εκείνος που πιστεύει στα μελλοντικά, απομακρύνεται απροφάσιστα από τα παρόντα ευχάριστα. Εκείνος που δεν πιστεύει, γλυκαίνεται στα παρόντα και γίνεται αναίσθητος.

143. Μην πεις, πώς θα ζήσει ηδονικά ο φτωχός, αφού δεν έχει τις προϋποθέσεις; Γιατί μπορεί να ζει κανείς ηδονικά ακόμα και με τις σκέψεις του κατά τρόπο αθλιότερο.

144. Άλλο είναι η γνώση των πραγμάτων και άλλο βαθιά γνώση της θείας αλήθειας. Όσο διαφέρει ο ήλιος από τη σελήνη, τόσο η δεύτερη είναι πιο ωφέλιμη από την πρώτη.

145. Η γνώση των πραγμάτων προστίθεται στους ανθρώπους ανάλογα με την εργασία των εντολών. Η βαθιά γνώση της θείας αλήθειας, ανάλογα με την ελπίδα στον Χριστό.

146. Αν θέλεις να σωθείς και να έρθεις σε πλήρη γνώση της αλήθειας(Α΄ Τιμ. 2, 4), να προσπαθείς πάντοτε να ξεπερνάς τα αισθητά και να προσκολλάσαι στο Θεό με μόνη την ελπίδα. Γιατί αν παρασύρεσαι χωρίς να θέλεις, θα σε πολεμούν με προσβολές οι δαιμονικές αρχές και εξουσίες. Όταν όμως τις νικάς με την προσευχή και κρατώντας την ελπίδα στο Θεό, θα αποκτήσεις τη χάρη του Θεού, η οποία θα σε γλυτώσει από τη μέλλουσα οργή.

147. Εκείνος που εννόησε ό,τι είπε ο Παύλος με τρόπο μυστικό, ότι δηλαδή η πάλη μας γίνεται εναντίον των πονηρών πνευμάτων(Εφ. 6, 12), αυτός θα καταλάβει και την παραβολή του Κυρίου που έλεγε ότι πρέπει να προσευχόμαστε και να μην αποθαρρυνόμαστε(Λουκ. 18, 1).

148. Ο Μωσαϊκός νόμος διατάζει εξ ημέρες να εργάζονται και την έβδομη να αναπαύονται(Εξ. 20, 9). Αυτό προτυπώνει ότι έργο της ψυχής είναι η αγαθοεργία με χρήματα και με πράγματα, αργία δε και ανάπαυση είναι το να πουλήσει κανείς όλα τα υπάρχοντά του και να τα δώσει στους φτωχούς σύμφωνα με το λόγο του Κυρίου(Ματθ. 18, 21), και αφού αναπαυθεί με την ακτημοσύνη, να ασχολείται με την νοερή ελπίδα. Σ’ αυτήν την ανάπαυση και ο Παύλος μάς προτρέπει να μπούμε(Εβρ. 4, 11).

149. Αυτά τα λέμε όχι γιατί αποκλείομε τα μέλλοντα, ούτε και γιατί εδώ είναι η καθολική ανταπόδοση, αλλά γιατί πρέπει πρώτα να έχομε τη χάρη του αγίου Πνεύματος να ενεργεί μέσα στη καρδιά μας και έτσι κατά αναλογία να μπούμε στη Βασιλεία των Ουρανών. Τούτο φανερώνοντας και ο Κύριος έλεγε: «Η Βασιλεία των Ουρανών είναι μέσα σας»(Λουκ. 17, 21). Αυτό και ο
Απόστολος έλεγε: «Η πίστη είναι η πραγματικότητα αυτών που ελπίζομε»(Εβρ. 11, 1), και: «Έτσι και σεις τρέχετε για να κερδίσετε»(Α΄ Κορ. 9, 24) και πάλι: «Να δοκιμάζετε τον εαυτό σας αν στέκεστε στην πίστη. ή δεν γνωρίζετε ότι ο Ιησούς Χριστός κατοικεί μέσα σας; Αν όχι τότε είστε άξιοι αποδοκιμασίας»(Β΄ Κορ. 13, 5).

150. Εκείνος που γνώρισε την αλήθεια δεν αντιστέκεται στα θλιβερά περιστατικά, γιατί γνωρίζει ότι οδηγούν τον άνθρωπο στο φόβο του Θεού.

151. Οι παλιές αμαρτίες, όταν τις φέρνει κανείς στο νου του μία προς μία, βλάπτουν εκείνον που έχει καλή ελπίδα στο Θεό. Γιατί όταν ξαναγυρίσουν με λύπη, απομακρύνουν από την ελπίδα. Όταν μας έρθουν οι εικόνες τους χωρίς λύπη, βάζουν μέσα στην ψυχή τον παλιό μολυσμό.

152. Όταν ο νους αρνηθεί ολότελα τον εαυτό του και κρατήσει σταθερά την ελπίδα, τότε ο εχθρός με την πρόφαση δήθεν της εξομολογήσεως παριστάνει με εικόνες ακριβώς τα αμαρτήματα που διαπράχθηκαν, με σκοπό να ξαναζωντανέψει τα πάθη που λησμονήθηκαν με την χάρη του Θεού και να βλάψει κρυφά τον άνθρωπο. Γιατί και αν ακόμη ο άνθρωπος είναι δυνατός και μισεί τα πάθη, κατ’ ανάγκην θα σκοτιστεί και θα πέσει σε σύγχυση για τα προηγούμενα αμαρτήματά μου. Αν μάλιστα είναι ακόμη στην καταχνιά και στην αγάπη της ηδονής, θα μεταφερθεί στην εποχή εκείνη και θα ασχοληθεί με εμπάθεια με τις προσβολές του εχθρού, ώστε η μνήμη αυτή θ’ αποδειχτεί σύνδεσμος με τα προηγούμενα και όχι εξομολόγηση.

153. Αν θέλεις να προσφέρεις στο Θεό ακαταδίκαστη εξομολόγηση, μην αναφέρεις ένα-ένα τα παραστρατήματα, αλλά να υπομένεις με γενναιότητα τις συνέπειές τους.

154. Τα λυπηρά και δυσάρεστα έρχονται εξαιτίας των αμαρτιών που κάναμε πρωτύτερα και φέρνουν μαζί τους ό,τι πρέπει για κάθε αμαρτία.

155. Εκείνος που έχει γνώση και γνωρίζει την αλήθεια, εξομολογείται στο Θεό όχι με την ανάμνηση εκείνων που έπραξε, αλλά με την υπομονή των θλιβερών που του έρχονται.

156. Όταν αποβάλλεις τους σωματικούς κόπους και την εξουδένωση, μη λες ότι θα μετανοήσεις με άλλες αρετές. Γιατί η κενοδοξία και η αναισθησία, από τη φύση τους δουλεύουν στην αμαρτία ακόμη και με εύλογες προφάσεις.

157. Όπως τις αρετές τις γεννούν κόποι και καταφρονήσεις και ύβρεις, έτσι και τις κακίες τις γεννούν ηδονές και κενοδοξίες.

158. Κάθε σωματική ηδονή προέρχεται από προηγούμενη ανάπαυση. Την ανάπαυση πάλι την γεννά η απιστία.

159. Εκείνος που βρίσκεται κάτω από την εξουσία της αμαρτίας, δεν μπορεί μόνος του να νικήσει το σαρκικό φρόνημα, γιατί έχει τον ερεθισμό ακατάπαυστο και εγκατεστημένο μέσα στα μέλη του.

160. Όσοι είναι εμπαθείς πρέπει να προσεύχονται και να υποτάσσονται, επειδή μόλις μπορούν με βοήθεια να πολεμήσουν τις κακές συνήθειες των περασμένων αμαρτιών τους.

161. Εκείνος που αγωνίζεται με υποταγή και προσευχή εναντίον του σαρκικού θελήματος, είναι αγωνιστής που μεταχειρίζεται καλή μέθοδο, εκδηλώνοντας το νοητό πόλεμο με την αποχή από τα αισθητά.

162. Εκείνος που δεν εγκαταλείπει το θέλημά του για χάρη του θελήματος του Θεού, πεδικλώνεται στα δικά του έργα και γίνεται υπόδουλος των εχθρών δαιμόνων.

163. Όταν δεις δύο κακούς να έχουν αγάπη ο ένας προς τον άλλον, να γνωρίζεις ότι ο ένας βοηθεί στα κακά θελήματα του άλλου.

164. Ο υπερήφανος και ο κενόδοξος ευχαρίστως κάνουν ανταλλαγή μεταξύ τους. Ο υπερήφανος επαινεί τον κενόδοξο επειδή του φέρεται δουλικά, ενώ ο κενόδοξος εκθειάζει τον υπερήφανο που τον επαινεί συνεχώς.

165. Ο ακροατής που αγαπά το Θεό, και από τα δύο μέρη προμηθεύεται ωφέλεια. Όταν αναγνωρίζεται για το αγαθό, γίνεται προθυμότερος. Όταν ελέγχεται για το κακό, αναγκάζεται να μετανοεί. Πρέπει σύμφωνα με την πρόοδό μας να έχομε το βίο, και σύμφωνα με το βίο οφείλομε να προσφέρομε στο Θεό τις προσευχές μας.

166. Καλό είναι να τηρούμε την κυριότερη εντολή και για τίποτε άλλο να μη φροντίζομε ή να προσευχόμαστε, αλλά μόνο να ζητούμε τη Βασιλεία και το λόγο του Θεού(Ματθ. 6, 33). Αν όμως ακόμη φροντίζομε για κάθε μία ανάγκη, οφείλομε και για κάθε μία να προσευχόμαστε. Γιατί εκείνος που χωρίς προσευχή κάνει κάτι ή φροντίζει, δεν ευδοκιμεί. Και αυτό είναι που είπε ο
Κύριος: «Δίχως εμένα δεν μπορείτε να κάνετε τίποτε»(Ιω. 15, 5).

167. Εκείνον που παραβλέπει την εντολή της προσευχής, χειρότερες παρακοές τον περιμένουν, και η μία στην άλλη τον παραδίνει σαν δεσμώτη.

168. Εκείνος που παραδέχεται τα παρόντα θλιβερά για χάρη της αναμονής των μελλοντικών αγαθών, έχει βρει την γνώση της αλήθειας. Και εύκολα θα απαλλαγεί από την οργή και από την λύπη.

169. Εκείνος που προτιμά την κακουχία και την περιφρόνηση, για χάρη της αλήθειας, βαδίζει τον αποστολικό δρόμο, σηκώνοντας το σταυρό και δεμένος με αλυσίδα(Πραξ. 28, 20). Εκείνος που χωρίς αυτά προσπαθεί να προσέχει στην καρδιά του, πλανάται και πέφτει σε παγίδες του διαβόλου(Α΄ Τιμ. 6, 9).

170. Ούτε τους κακούς λογισμούς χώρια από τις αιτίες τους, ούτε τις αιτίες χώρια από τους λογισμούς μπορούμε να νικήσομε. Γιατί όταν το ένα μόνον μέρος αποβάλομε, σε λίγο μέσω του άλλου, πηγαίνομε και στα δύο.

171. Εκείνος που από φόβο να μην κακοπαθήσει ή εξαιτίας ονειδισμού φιλονικεί με τους ανθρώπους, ή εδώ με συμφορές περισσότερο κακοπαθεί ή στον μέλλοντα αιώνα κολάζεται ανελέητα.

172. Εκείνος που θέλει να αποκλείσει κάθε κακό συμβάν, οφείλει με την προσευχή να κάνει μια σχετική συναλλαγή με το Θεό. Να κρατά μέσα στο νου την ελπίδα στο Θεό, αλλά και κατά δύναμη να παραβλέπει τη φροντίδα των αισθητών.

173. Όταν ο διάβολος βρει τον άνθρωπο να ασχολείται χωρίς ανάγκη με τα σωματικά, πρώτα του αφαιρεί τη γνώση των θείων. Κατόπιν και την ελπίδα στον Θεό, την κόβει σαν κεφάλι.

174. Αν ποτέ αξιωθείς και πάρεις οχυρό τόπο της προσευχής, τότε μην παραδέχεσαι την γνώση των πραγμάτων που σου προσφέρει ο εχθρός, για να μην χάσεις το μεγαλύτερο καλό. Επειδή είναι καλύτερο με τα βέλη της προσευχής να τον κατατοξεύσεις αποκλεισμένο στα χαμηλά, παρά να συναναστρέφεσαι αυτόν που μας προσφέρει τα φαύλα και μηχανεύεται να μας αποσπάσει από την εναντίον του δέηση.

175. Η γνώση των πραγμάτων, σε ώρες πειρασμού ή ακηδίας ωφελεί τον άνθρωπο, σε ώρες όμως προσευχής συνήθως τον βλάπτει.

176. Αν σου δόθηκε από το Θεό να διδάσκεις και δε σε ακούνε, να θλίβεσαι νοερά χωρίς να ταράζεσαι φανερά. Γιατί όταν θλίβεσαι, δεν θα καταδικαστείς μαζί με αυτόν που σε παρακούει. Αν όμως ταράζεσαι, θα έχεις πειρασμό στο ίδιο πράγμα.

177. Όταν διδάσκεις και εξηγείς, μην κρύψεις τα πρέποντα από τους παρόντες. Τα κόσμια και ευπρεπή να τα πεις καθαρότερα, τα σκληρά με υπαινιγμούς.

178. Εκείνου που δεν είναι στην υποταγή σου μην του πεις το σφάλμα κατά πρόσωπο. Γιατί αυτό είναι δικαίωμα εξουσίας μάλλον, παρά συμβουλής.

179. Εκείνα που λέγονται στον πληθυντικό, γίνονται σε όλους ωφέλιμα, γιατί παρουσιάζονται στον καθένα σαν το περιεχόμενο της συνειδήσεώς του.

180. Εκείνος που μιλεί ορθά οφείλει να πιστεύει ότι παραλαμβάνει από το Θεό τα λόγια. Η αλήθεια δεν είναι αυτού που μιλά, αλλά του Θεού που ενεργεί.

181. Μ’ εκείνους που δεν έχεις ομολογία υποταγής τους, μη φιλονεικείς μαζί τους, όταν αντιστέκονται στην αλήθεια, για να μην διεγείρεις μίσος όπως λέει η Γραφή(Παροιμ. 9, 8).

182. Εκείνος που υποχωρεί στον υποτακτικό του όταν φέρνει αντιρρήσεις που δεν πρέπει. Τον παραπλανά σ’ αυτό το πράγμα και τον προετοιμάζει να παραβαίνει τις υποσχέσεις της υποταγής.

183. Εκείνος που με φόβο Θεού συμβουλεύει ή τιμωρεί όποιον αμαρτάνει, προξενεί στον εαυτό του την αντίθετη από το σφάλμα αρετή. Εκείνος όμως που μνησικακεί και από κακία επιπλήττει και υβρίζει, περιπίπτει στο ίδιο πάθος σύμφωνα με τον πνευματικό νόμο.

184. Εκείνος που έμαθε καλά το νόμο, φοβάται το νομοθέτη. Κι επειδή τον φοβάται αποφεύγει κάθε κακό.

185. Μη γίνεις διπρόσωπος, αλλιώς δηλ. στα λόγια κι αλλιώς στη συνείδηση. Τον άνθρωπο αυτόν η Γραφή τον θέτει κάτω από κατάρα(Σ. Σειρ. 28, 13).

186. Υπάρχει ο ειλικρινής που λέει την αλήθεια και οι ανόητοι τον μισούν, κατά τον Απόστολο(Γαλ. 4, 16). Και υπάρχει άλλος που υποκρίνεται και γι’ αυτό τον αγαπούν. Όμως καμιά από αυτές τις ανταποδόσεις δεν κρατάει πολύ καιρό, γιατί ο Κύριος αποδίδει στην ώρα του στον καθένα το πρέπον.

187. Εκείνος που θέλει να αποφύγει τα μελλοντικά λυπηρά, οφείλει να υποφέρει με ευχαρίστηση τα παρόντα. Και έτσι ανταλάσσοντας νοερά το ένα πράγμα με το άλλο, με μικρές θλίψεις θα ξεφύγει μεγάλες τιμωρίες.

188. Βάλε ασφάλεια στα λόγια σου για να μην καυχηθείς και φύλαγε το νου σου να μη νομίσεις ότι είσαι κάτι, για να μην παραχωρήσει ο Θεός και πράξεις τα αντίθετα. Γιατί το αγαθό δεν κατορθώνεται από μόνον τον άνθρωπο, αλλά με την βοήθεια του Παντεπόπτη Θεού.

189. Ο Θεός, ο Οποίος τα πάντα επιβλέπει, όπως μας δίνει τις ανταμοιβές που αξίζουν τα έργα μας, το ίδιο κάνει και για τους λογισμούς μας και για τις εκούσιες σκέψεις μας.

190. Οι ακούσιοι λογισμοί ξεφυτρώνουν από προηγούμενη αμαρτία, οι εκούσιοι από την ελεύθερη θέλησή μας. Λοιπόν, αίτιοι των πρώτων είναι οι δεύτεροι.

191. Στις κακές σκέψεις που μας έρχονται χωρίς να θέλομε, ακολουθεί λύπη. Γι’ αυτό και σύντομα εξαφανίζονται. Σ’ αυτές όμως που μας έρχονται με την πρόθεσή μας, ακολουθεί χαρά, γι’ αυτό και δύσκολα γλυτώνομε από αυτές.

192. Ο φιλήδονος λυπάται στις κατηγορίες και τις κακοπάθειες. Ο φιλόθεος στους επαίνους και τις πλεονεξίες.

193. Εκείνος που δεν γνωρίζει τις τιμωρίες του Θεού, βαδίζει νοερά ένα δρόμο που έχει από τη μία και την άλλη γκρεμνούς και από κάθε άνεμο εύκολα αναποδογυρίζεται. Όταν επαινείται, καμαρώνει και φουσκώνει. Όταν τον κατηγορούν, πικραίνεται. Όταν τρώει καλά, γίνεται ασελγής. Όταν κακοπαθεί, οδύρεται. Όταν εννοεί, επιδεικνύεται. Όταν δεν εννοεί, προσποιείται. Όταν
πλουτεί, αλαζονεύεται. Όταν φτωχαίνει, υποκρίνεται. Όταν φάει άφθονα και χορτάσει, γίνεται θρασύς. Όταν νηστεύει γίνεται κενόδοξος. Με εκείνους που τον ελέγχουν, φιλονεικεί. Εκείνους που του δίνουν συγγνώμη τους θεωρεί ανόητους.

194. Αν λοιπόν δεν λάβει από τον Χριστό κάποιος τη χάρη Του για να αποκτήσει γνώση της αλήθειας και φόβο Θεού, όχι μόνον από τα πάθη, αλλά κι απ’ όσα λυπηρά του συμβαίνουν, τραυματίζεται σοβαρά.

195. Όταν θέλεις να βρεις λύση σε πρόβλημα περίπλοκο, ψάξε γι’ αυτό, τι αρέσει στο Θεό, και θα βρεις την λύση του την ωφέλιμη.

196. Σ’ εκείνα τα πράγματα που ευαρεστείται ο Θεός, σ’ αυτά και όλη η κτίση υπηρετεί. Σ’ εκείνα που ο Θεός αποστρέφεται, και η κτίση αντιστέκεται.

197. Εκείνος που αντιστέκεται στα λυπηρά συμβάντα, πολεμά χωρίς να το γνωρίζει τη διαταγή του Θεού. Εκείνος που τα παραδέχεται, γνωρίζοντας καλά γιατί έρχονται και ότι από το θέλημα του Θεού προέρχονται, αυτός, κατά την Γραφή υπομένει τον Κύριο(Ψαλμ. 26, 14).

198. Όταν σου έρθει πειρασμός, θλίψη και συμφορά, μη ζητάς γιατί και μέσω τίνος ήρθε. Ζήτησε να τον υποφέρεις μ’ ευχαρίστηση, χωρίς λύπη και χωρίς μνησικακία.

199. Ξένο κακό δεν μας προσθέτει αμαρτία, αν εμείς δεν το παραδεχτούμε με κακές σκέψεις.

200. Αν δεν μπορούμε να βρούμε εύκολα άνθρωπο που ευαρέστησε το Θεό χωρίς πειρασμούς, πρέπει να ευχαριστούμε το Θεό για ό,τι μας συμβαίνει.

201. Αν δεν αποτύγχανε ο Πέτρος στο νυχτερινό ψάρεμα(Λουκ. 5, 5), δε θα πετύχαινε στο ψάρεμα της ημέρας. Και αν δεν πάθαινε τύφλωση στα μάτια ο Παύλος(Πραξ. 9, 8), δεν θα ανέβλεπε στο νου. Και αν ο Στέφανος δε δεχόταν συκοφαντία ως βλάσφημος, δεν θα άνοιγαν οι ουρανοί για να δει το Θεό(Πραξ. 6, 13. 7, 56).

202. Όπως η κατά Θεόν εργασία λέγεται αρετή, έτσι και η αναπάντεχη θλίψη λέγεται πειρασμός.

203. Ο Θεός πείραζε τον Αβραάμ, δηλαδή τον στενοχωρούσε προς το συμφέρον του κι όχι για να μάθει τι είδους ήταν, γιατί τον γνώριζε Εκείνος που γνωρίζει τα πάντα και πριν από την ύπαρξή τους. Ήθελε να του δώσει αφορμές για την τέλεια πίστη.

204. Κάθε θλίψη ελέγχει την κλίση του θελήματος, αν κλίνει στα δεξιά ή στα αριστερά. Γι’ αυτό η θλίψη που μας συμβαίνει λέγεται πειρασμός, επειδή παρέχει πείρα, δηλαδή φανερώνει στον θλιβόμενο τα κρυφά θελήματά του.

205. Ο φόβος του Θεού μας αναγκάζει να πολεμούμε την κακία. Όταν εμείς πολεμούμε, την πολεμεί η χάρη του Θεού και την αφανίζει.

206. Σοφία δεν είναι μόνο να γνωρίζουμε με φυσική συνέπεια την αλήθεια, αλλά και το να υπομένομε σαν δική μας την πονηρία εκείνων που μας αδικούν. Γιατί εκείνοι που έμειναν στην πρώτη περίπτωση, φούσκωσαν από υπερηφάνεια. Εκείνοι όμως που έφτασαν στη δεύτερη, απόκτησαν ταπεινοφροσύνη.

207. Αν θέλεις να μην πειράζεσαι από τους πονηρούς λογισμούς, να καταδέχεσαι εξουδένωση της ψυχής σου και θλίψη της σάρκας του. Κι αυτό όχι σε μερικά, αλλά σε κάθε καιρό και τόπο και πράγμα.

208. Εκείνος που γυμνάζεται με τη θέλησή του στις θλίψεις, δε θα κατακυριευτεί από τους ακούσιους πονηρούς λογισμούς. Εκείνος που δεν καταδέχεται τα πρώτα, αιχμαλωτίζεται από τα δεύτερα και χωρίς να θέλει.

209. Όταν αδικείσαι και σκληραίνει η καρδιά σου και τα σπλάχνα σου, μη λυπάσαι, επειδή αυτό έγινε κατ’ οικονομίαν, αλλά με χαρά να ανατρέπεις τους λογισμούς που ξεσηκώνονται, γνωρίζοντας ότι με τον αφανισμό των λογισμών, μόλις αυτοί εμφανιστούν, αφανίζεται και το κακό. Αν όμως οι λογισμοί εξακολουθούν αδιάκοπα, τότε και το κακό μεγαλώνει.

210. Χωρίς συντριβή καρδιάς είναι αδύνατο να απαλλαγείς από την κακία. Δίνει συντριβή στην καρδιά η εγκράτεια από τα τρία αυτά: ύπνο, τροφή και σωματική ανάπαυση. Η αφθονία αυτών φέρνει τρυφή και ηδονική ζωή, και αυτά δέχονται τους πονηρούς λογισμούς και είναι αντίθετα στην προσευχή και στην πρέπουσα διακονία.

211. Αν σου έλαχε να διατάζεις αδελφούς, φύλαγε την τάξη σου και μην σωπάσεις και δεν πεις τα δέοντα, επειδή υπάρχουν αντιλέγοντες. Και αν υπακούουν θα έχεις μισθό για την αρετή τους. Αν παρακούουν, πάντως να τους συγχωρήσεις και θα λάβεις τα ίσα από Αυτόν που είπε: «Συγχωρείστε και θα συγχωρηθείτε»(Ματθ. 6, 14).

212. Με πανήγυρη μοιάζει κάθε θλίψη. Εκείνος που ξέρει να εμπορεύεται, θα κερδίσει πολλά. Εκείνος που δεν ξέρει ζημιώνεται.

213. Εκείνον που δεν υπακούει με το πρώτο, μην τον βιάζεις με φιλονικία, αλλά το κέρδος που έχασε εκείνος, κέρδισέ το εσύ. γιατί περισσότερο από τη διόρθωση εκείνου, θα σε ωφελήσει η ανεξικακία σου.

214. Όταν η βλάβη τους ενός αφορά σε πολλούς, τότε δεν πρέπει να μακροθυμείς ούτε να ζητείς το συμφέρον σου, αλλά το συμφέρον των πολλών για να σωθούν. Επειδή η αρετή που αφορά σε πολλούς είναι πιο ωφέλιμη από την αρετή που αφορά σε έναν.

215. Αν κανείς πέσει σε οποιαδήποτε αμαρτία και δεν λυπηθεί ανάλογα με το σφάλμα, εύκολα πέφτει πάλι στο ίδιο δίχτυ.

216. Όπως το λιοντάρι δεν πλησιάζει με φιλικά αισθήματα το δαμάλι, έτσι η αναισχυντία δεν δέχεται ευχάριστα τη λύπη για τις αμαρτίες.

217. Όπως λύκος με πρόβατο δεν συνέρχονται για να τεκνοποιήσουν, έτσι ο χορτασμός δεν συνέρχεται με τον πόνο της καρδιάς για να γεννήσουν αρετές.

218. Κανείς δεν μπορεί να έχει πόνο και λύπη κατά Θεόν, αν δεν αγαπήσει πρωτύτερα τις αιτίες τους.

219. Ο φόβος του Θεού και ο έλεγχος για τα σφάλματά μας προξενούν λύπη. Η εγκράτεια και η αγρυπνία συντροφιάζουν με τον πόνο.

220. Εκείνος που δεν διδάσκεται από τις εντολές και τις συμβουλές της Γραφής θα χτυπηθεί με μάστιγα αλόγου και κεντρί του όνου(Παροιμ. 26, 3). Αν δεν τα δεχτεί κι αυτά, τότε με φίμωτρο και χαλινάρι θα σφιχτεί από το λαιμό(Ψαλμ. 31, 9).

221. Εκείνος που εύκολα νικιέται από τα μικρά, εξ ανάγκης έχει υποδουλωθεί και στα μεγάλα. Εκείνος που καταφρονεί τα μικρά, με τη βοήθεια του Κυρίου θα αντισταθεί στα μεγάλα.

222. Μην προσπαθείς με ελέγχους να ωφελήσεις εκείνον που καυχιέται για αρετές. Γιατί ο ίδιος άνθρωπος δεν μπορεί να αγαπά και την επίδειξη και την αλήθεια.

223. Κάθε λόγος του Χριστού φανερώνει έλεος και δικαιοσύνη και σοφία του Θεού. Τούτων τη δύναμη βάζει μέσω της ακοής στις ψυχές όσων ακούν μ’ ευχαρίστηση. Γι’ αυτό, οι ανελεήμονες και άδικοι που τον άκουσαν με δυσαρέσκεια, δεν μπόρεσαν να εννοήσουν τη σοφία του Θεού, αλλά και τον Διδάσκαλο τον σταύρωσαν. Ας προσέξομε λοιπόν κι εμείς αν ακούμε μ’ ευχαρίστηση. Γιατί ο ίδιος είπε: «Όποιος με αγαπά θα φυλάξει τις εντολές μου. Θα τον αγαπήσει ο Πατέρας μου, θα τον αγαπήσω κι εγώ και θα του φανερώσω τον εαυτό μου»(Ιω. 14, 21). Βλέπεις πώς έκρυψε μέσα στις εντολές τη φανέρωσή Του; Απ’ όλες λοιπόν τις αρετές, εκείνη που τις περιλαμβάνει όλες είναι η αγάπη προς τον Θεό και τον πλησίον, που προέρχεται από την αποχή από την ύλη και την ησυχία των λογισμών.

224. Το γνωρίζει αυτό ο Κύριος και μας παραγγέλει: «Μη φροντίσετε για το αύριο»(Ματθ. 6, 34). Και είναι σωστό. Γιατί εκείνος που δεν έχει απαλλαγεί από την μέριμνα της ύλης, πώς θα απαλλαγεί από τους πονηρούς λογισμούς; Κι εκείνος που είναι περικυκλωμένος από λογισμούς, πώς θα δει πραγματική την αμαρτία που σκεπάζουν οι λογισμοί; Αυτή είναι σκοτάδι και ομίχλη της ψυχής, που προήλθε από πονηρές σκέψεις και πράξεις. Ο διάβολος πειράζει με προσβολές πονηρών λογισμών, δε βιάζει όμως αλλά υποδεικνύει την αρχή. Ο άνθρωπος με φιληδονία και κενοδοξία ευχαρίστως ανταποκρίνεται. Γιατί αν και δεν ήθελε από διάκριση, αλλά στην πράξη ευχαριστιόταν και παραδεχόταν. Εκείνος που δεν είδε την καθολική (γενική) αμαρτία, πότε θα παρακαλέσει να απαλλαγεί από αυτήν; Εκείνος που δεν καθαρίστηκε, πώς θα βρει τον τόπο της καθαρής φύσεως; Κι εκείνος που δεν τον βρήκε, πώς θα δει τον εσωτερικότερο οίκο του Χριστού; Αφού είμαστε οίκος Θεού κατά τον προφητικό και ευαγγελικό λόγο και τον αποστολικό(Ιω. 14, 23. Α΄ Κορ. 3, 16. Εβρ. 3, 6).

225. Πρέπει λοιπόν ακολουθώντας αυτά που είπαμε παραπάνω, να ζητήσομε να βρούμε τον οίκο, και με προσευχή να επιμένομε να «κρούομε», ώστε ή τώρα ή κατά την ώρα του θανάτου μας να μας ανοίξει ο Κύριος και να μη μας πει επειδή αμελήσαμε, «Δεν γνωρίζω από που είστε»(Λουκ. 13, 25). Όχι μόνο χρεωστούμε να ζητήσομε και να λάβομε, αλλά και ό,τι λάβομε να φυλάξομε. Επειδή υπάρχουν μερικοί που το έχασαν, αφού το έλαβαν. Γι’ αυτό, των πραγμάτων που προείπαμε, ψιλή γνώση ή και τυχαία πείρα, ίσως και οψιμαθείς και νέοι κατέχουν. Την εργασία όμως την υπομονετική κι επίμονη, μόλις διαθέτουν οι ευλαβείς και πολύπειροι γέροντες, οι οποίοι από απροσεξία πολλές φορές την έχασαν και με εκούσιους κόπους την αναζήτησαν και την βρήκαν. Αυτό και εμείς να μην παύομε να κάνομε μέχρις ότου την αποκτήσουμε μόνιμα.

226. Αυτές τις λίγες εντολές του Πνευματικού Νόμου ξεχωρίσαμε από τις πολλές. Αυτές και ο μέγας Ψαλμωδός(Ψαλμ. 1, 2 κ.α.) προτρέπει ακατάπαυστα να μαθαίνομε και να πράττομε όσοι συνεχώς ψάλλομε στο όνομα του Κυρίου μας Ιησού. Σ’ αυτόν ανήκει η δόξα και το κράτος και η προσκύνηση, τώρα και στους αιώνες. Αμήν!

Άγιος Μάρκος ο Ασκητής, Τα 226 κεφάλαια περί αυτών που νομίζουν ότι δικαιώνονται από τα έργα τους, Φιλοκαλία, Α’τόμος, σελ.75-82

Κοινωνική Δικτύωση

Comment here