Uncategorized

Ρίσκο για τη Βρετανία η αύξηση φόρου στα εταιρικά κέρδη

ΚALLUM PICKERING*

Η βρετανική κυβέρνηση σκοπεύει να αυξήσει τον συντελεστή φορολόγησης των εταιρικών κερδών το 2023, αντιστρέφοντας μία πολιτική σαράντα ετών υπέρ της μείωσής του. Σύμφωνα με την εφημερίδα των Financial Times, το σχέδιο προκάλεσε αντιδράσεις στους κόλπους των επιχειρήσεων, θεωρώντας ότι θα λειτουργήσει αποτρεπτικά για τις επενδύσεις τους. Εν τω μεταξύ, η απόφαση αυτή έρχεται σε αντίθεση με τον στόχο του πρωθυπουργού Μπόρις Τζόνσον να καταστήσει το Ηνωμένο Βασίλειο μία φιλικότερη προς τις επιχειρήσεις οικονομία. Ο τρέχων συντελεστής του 19% θα αυξηθεί στο 25% το 2023 κι αυτό ανατρέπει τον μακροπρόθεσμο στόχο των διαδοχικών κυβερνήσεων των Συντηρητικών, εφόσον το εν λόγω κόμμα εξασφάλισε την εξουσία το 2010 για να μειώσει τελικά το συνολικό φόρο στο 17% – κάτι, το οποίο θα ήταν μακράν το χαμηλότερο μεταξύ των προηγμένων οικονομιών.
Ο συντελεστής 25% θα ισχύει για εταιρείες με ετήσια κέρδη άνω των 250.000 στερλινών (292.000 ευρώ), δηλαδή για όλες τις επιχειρήσεις των δεικτών FTSE100 και FTSE250, ενώ μικρότερος θα είναι ο συντελεστής για εταιρείες με κέρδη κάτω των 250.000 στερλινών. Για όσες έχουν κέρδη κάτω των 50.000 λιρών (58.000 ευρώ) ο φόρος θα διατηρηθεί στο 19%.

Το αν τώρα θα προχωρήσει όντως σε αυξήσεις φόρων η βρετανική κυβέρνηση παραμένει αδιευκρίνιστο. Οι υπουργοί Οικονομικών συχνά προαναγγέλλουν φορολογικές αυξήσεις, τις οποίες μετέπειτα αναβάλλουν ή αναθεωρούν. Κι αυτό συμβαίνει, όταν η οικονομική απόδοση ξεπερνά τις προβλέψεις που ενσωματώθηκαν στα αρχικά δημοσιονομικά σχέδια. Εάν η ενίσχυση της ανάπτυξης υπερβεί την πρόβλεψη του Γραφείου Προϋπολογισμού, κατά την άποψή μας, είναι πολύ πιθανό η κυβέρνηση να αυξήσει τον αρχικό φορολογικό συντελεστή λιγότερο από ό,τι είχε προγραμματιστεί ή να καθυστερήσει την εφαρμογή του μέχρι τις εκλογές του 2024.

Η Βρετανία στην εποχή μετά τη διάλυση της Lehman Βrothers το 2008 προσπάθησε να αυξήσει την παραγωγικότητά της, αλλά η δεκαετής λιτότητα, η γενικευμένη αβεβαιότητα και η έξοδος από την Ε.Ε. μέσα σε συνθήκες εξασθενημένης ανάπτυξης διεθνώς, περιόρισαν την οικονομική δυναμική και μείωσαν δραματικά τη μέση αύξηση της παραγωγικότητας. Από τη ζωηρή ετήσια αύξηση 2,4% το 1995-2007, η ωριαία παραγωγικότητα αυξήθηκε κατά μέσον όρο μόλις 0,4% το 2010-2019. Εν όψει της εντεινόμενης αισιοδοξίας για τις προοπτικές μετά την πανδημία, οι αγορές διερωτώνται εάν η αύξηση των εταιρικών φόρων λειτουργήσει βλαπτικά. Οι ανησυχίες αυτές δικαιολογούνται εν μέρει μόνο κατά την άποψή μας. Μία αύξησή τους θα μειώσει την κερδοφορία και μπορεί, πέραν του παράγοντα της εξόδου από την Ε.Ε., να ελαττώσει περαιτέρω την ελκυστικότητα του Η.Β. έναντι άλλων προηγμένων οικονομιών.

* Ο κ. Κallum Pickering είναι οικονομολόγος της Βerenberg Bank.

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Κοινωνική Δικτύωση

Comment here